H Αυτοοργανωμένη Πρωτοβουλία ΚΕ για το νομοσχέδιο: «Εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, προστασία της ακαδημαικής ελευθερίας, αναβάθμιση του ακαδημαικού περιβάλλοντος και αλλές διατάξεις»
Το κράτος, βέβαια, θα δίνει τη δυνατότητα για ένα παράλληλο μηχανογραφικό που θα αφορά την εισαγωγή σε δημόσια ΙΕΚ με τη διαφορά πως το παράλληλο αυτό μηχανογραφικό θα λειτουργήσει εκ των πραγμάτων ως ένα επιπλέον μέσο διαλογής των φοιτητών βάσει βαθμολογίας, εντείνοντας ακόμα περισσότερο τον ανταγωνισμό. Σε αυτή την περίπτωση η κοινή λογική υπαγορεύει πως τα άτομα που δε θα καταφέρουν να γίνουν δεκτά, θα έχουν ως μοναδική τους επιλογή να καταφύγουν σε ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης. Το νομοσχέδιο ολοκληρώνει τον σχεδιασμό ενός “ποιοτικού και με αυξημένο κύρος” ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, προτείνοντας έναν αυστηρά προβλεπόμενο χρόνο σπουδών, ν+1/2ν έτη, αιτιολογώντας αυτή την πρόταση ως ένα μέτρο προς την εξάλειψη του μύθου των “αιώνιων φοιτητών”.
Η Τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό είναι ιδιαίτερα απαιτητική και η θέσπιση ενός αυστηρού χρονικού περιθωρίου φοίτησης κρίνουμε πως έχει ταξικό πρόσημο. Σε μεγάλο ποσοστό φοιτήτριες/-ές χρειάζεται να εργάζονται κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, κάτι που καθιστά τη φοίτηση δύσκολη και συνήθως μακροχρόνια. Στοχεύουν λοιπόν, με την διαγραφή φοιτητριών/-ών στην εντατικοποίηση των σπουδών μας, αλλά και στην ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία φοίτησης στα δημόσια πανεπιστήμια, κυρίως για τον κόσμο που εργάζεται ή έχει την οποιαδήποτε δυσκολία, με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση των ιδιωτικών σχολών, υποβαθμίζοντας ακόμα περισσότερο τη δημόσια εκπαίδευση. Επιπλέον οι φοιτήτριες/-ές που δεν αποφοιτούν στον χρόνο φοίτησης που προβλέπεται, δεν έχουν κανένα απολύτως κόστος και καμία αρνητική επιρροή στην φοιτητική/ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και στην κοινωνία γενικότερα.
Η ένταξη αστυνομικών στα πανεπιστήμια έχει αντίκτυπο σε ολόκληρη την κοινωνία καθώς δημιουργεί κλίμα φόβου, φιμώνει την ελευθερία έκφρασης και λόγου και παραπέμπει σε ένα αντιδημοκρατικό καθεστως. Αρχικά, καταστρατηγεί βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (δικαίωμα σε ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης), αφού μέσα στο νομοσχέδιο προωθείται – εκτός των άλλων – η καταστολή/έλεγχος των διαμαρτυριών μας. Επιπρόσθετα, γνωστοποιούνται συχνά περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας και στοχοποίηση ατόμων με συγκεκριμένες ταυτότητες. Εφόσον το αντικείμενο μας είναι συνυφασμένο με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμα και στον κώδικα δεοντολογίας μας, καταδικάζουμε έντονα την είσοδο των αστυνομικών στα Πανεπιστήμια, που σε πολλές περιπτώσεις καταχρώνται την εξουσία τους απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχουν τα ίδια (κοινωνικά) προνόμια. Ακόμα, βλέπουμε μια άμεση πρόσληψη αστυνομικών ώστε να στελεχωθούν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε αντίθεση με τις επενδύσεις σε παιδεία και υγεία. Συγκεκριμένα, 30.000.000 ευρώ θα δαπανηθούν για την ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, ενώ την ίδια στιγμή πολλά πανεπιστήμια μαζί δεν χρηματοδοτούνται με τέτοια υπέρογκα ποσά και σε πολλά τμήματα δε γίνονται για μήνες προσλήψεις διδασκόντων. Με τη θέσπιση ειδικού σώματος ασφαλείας για τη «φύλαξη» των σχολών, το οποίο θα υπάγεται στην ΕΛ.ΑΣ. και θα δρα αυτεπάγγελτα, ξεκινώντας ήδη από την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, τόσο στα χαρτιά όσο και στην πράξη, με αστυνομικούς να εισβάλουν σε σχολές, επιδιώκεται η δημιουργία αστυνομοκρατούμενων πανεπιστημίων. Οποιαδήποτε προσπάθεια για αντίδραση, συλλογική διεκδίκηση, διαμαρτυρία θα καταστέλλεται με όποιο κόστος για τους φοιτητές/τριες. Η διάταξη αυτή του νομοσχεδίου έχει βρει απέναντι της ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού συνόλου, όσο κι αν η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο.
Με το ψήφισμα του νομοσχεδίου αυτού, τίθεται θέμα ως προς την παραβίαση προσωπικών δεδομένων καθώς περιλαμβάνει την χρήση ‘’μέσων επιτήρησης καταγραφής εικόνας και ήχου’’, έλεγχο κατά την είσοδο στο Πανεπιστήμιο μέσω ανιχνευτών αντικειμένων και ουσιών και ταυτοποίηση των φυσικών προσώπων που εισέρχονται στο χώρο της σχολής, ενώ δεν έχει ανακοινωθεί ο τρόπος χρήσης των προσωπικών δεδομένων μας εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Μεταξύ άλλων, στα καθήκοντα των αστυνομικών θα ανήκουν οι περιπολίες, η χρήση γκλοπ, σπρέι και χειροπέδων σε περίπτωση διάπραξης κάποιας “παρανομίας” (π.χ. αντιγραφή στις εξετάσεις/ χρήση ενός χώρου της σχολής χωρίς άδεια) οι φοιτήτριες/-ές θα οδηγούνται έως και σε ανάκριση αλλά και θα υφίστανται ποινές. Κάποιες από αυτές είναι η καταγραφή της παράπτωσης, η απαγόρευση συμμετοχής σε εξετάσεις, η προσωρινή αναστολή της φοιτητικής ιδιότητας ακόμα και η διαγραφή από το τμήμα. Ο τρόπος που νοηματοδοτείται η παραβατικότητα ενίοτε, είναι υποκειμενικός αφού στοχοποιούνται π.χ. άτομα με συγκεκριμένες ιδεολογίες ή άνθρωποι που κάνουν ναρκωτικά (άρα έχουν έναν εθισμό και χρειάζονται στήριξη, όχι καταστολή), αντί για τα ίδια τα κυκλώματα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως θα ακολουθείται το μοντέλο της Αμερικής όπου τα περιστατικά παρέμβασης σε εκπαιδευτικά Ιδρύματα από αστυνομικούς είναι πολυάριθμα και αρκετά βίαια. Δεν δεχόμαστε μέσα στο πανεπιστήμιο, που είναι χώρος ελευθερίας σκέψης και λόγου, με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων των ανθρώπων και προαγωγή του πολιτισμού να υπάρχει καθεστώς ελέγχου, βίας, και αποκλεισμού.
Φοιτήτριες/-ές,
μαθήτριες/-ές, εκπαιδευτικοί και σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων εδώ και μερικές
εβδομάδες βρίσκονται μαζικά στο δρόμο, διαμαρτυρόμενες/-οι απέναντι στο φόβο
και την καταστολή, ενάντια σε κρατικές αυθαίρετες απαγορεύσεις συναθροίσεων και
στηρίζουμε και εμείς τις κινητοποιήσεις ενάντια στο νομοσχέδιο.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου