ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΕΣ
Ως Αυτοοργανωμένη Πρωτοβουλία Κοινωνικής Εργασίας, αποφασίσαμε να τοποθετηθούμε, αισθανόμενα οργή, για το φαινόμενο της γυναικοκτονίας που κάνει έκδηλη την αποτρόπαια παρουσία του στην ελληνική πατριαρχική κοινωνία, καθώς για 13η φορά τον τελευταίο χρόνο γινόμαστε μάρτυρες μιας ακόμα γυναικοκτονίας. Δεν έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που φωνάξαμε «Καμία άλλη δολοφονημένη» κι όμως θρηνούμε μία ακόμα γυναίκα, τη Νεκταρία Μαράκη την οποία σκότωσε ακαριαία ο εν διαστάσει σύζυγος της. Μία ακόμη γυναίκα που τα «όχι» της αγνοήθηκαν και οι φόβοι της απαξιώθηκαν και η κοινωνία εθελοτυφλεί μπροστά στις συνέπειες της κλιμάκωσης της έμφυλης βίας. Μόλις πρόσφατα στην Κύπρο, η γυναικοκτονία αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστό ποινικό αδίκημα. Μετά την θέσπιση αυτή, εύλογα γεννάται το ερώτημα, «γιατί γυναικοκτονία και όχι για ανθρωποκτονία;». Η αναγνώριση του όρου είναι πολύ σημαντική σε νομικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Φανερώνει τα μισογύνικα κίνητρα του δράστη και τη στοχοποίηση του θύματος λόγω της γυναικείας ταυτότητας του. Με το να ονοματίζουμε ένα φαινόμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση τις δολοφονίες των γυναικών από συντρόφους ή άλλα μέλη της οικογένειάς τους, δίνουμε ορατότητα στο πρόβλημα και κατ’ επέκταση συμβάλλουμε στο να διερευνηθούν τα δομικά αίτια, να ληφθούν ευθύνες και να βρεθούν λύσεις. Αν και υποστηρίζεται ότι ο διαχωρισμός της γυναικοκτονίας από την ανθρωποκτονία συμβάλλει στην ανισότητα, στην πραγματικότητα η ταύτιση των όρων υποβιβάζει τα δικαιώματα των γυναικών διαιωνίζοντας τις πράξεις κυριαρχίας πάνω στην ύπαρξη τους, ενώ ταυτόχρονα απολιτικοποιεί τις δολοφονίες τους. Ως εκ τούτου, η πολιτεία νίπτει τας χείρας της δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, καθώς παρουσιάζει τους δράστες ως “ψυχασθενείς” και “άντρες τέρατα”. Η αμφισβήτηση του όρου, η αδιαφορία των κρατικών μηχανισμών και η μιντιακή συγκάλυψη, διαιωνίζουν την έμφυλη βία και κατ’ επέκταση την ακραία μορφή της. Έγκλημα πάθους με επίκεντρο την «απάτη» και «οικογενειακή τραγωδία», σπεύδουν να γράψουν ορισμένα περιοδικά και δεν μας εκπλήσσει, διότι πολλές φορές ακούμε σε άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημόσια πρόσωπα να δικαιολογούν τον δράστη εκφράζοντας τη συμπόνια τους και άλλοτε δίνοντας συμβουλές για μία καλύτερη ποινή (https://www.youtube.com/watch?v=rnwPZwwaAug). Όπως πληροφορηθήκαμε σχετικά με το συμβάν στην Ιεράπετρα, η γυναίκα είχε απευθυνθεί στην αστυνομία καταγγέλλοντας την κακοποίηση που είχε δεχθεί από τον σύντροφο της, εκφράζοντας τους φόβους της. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι αστυνομικές αρχές δεν διαχειρίζονται και γενικώς δεν ασχολούνται επαρκώς με μια υπόθεση έμφυλης βίας. Λόγω αυτού, η γυναίκα υποβάλλεται σε μια διαδικασία δευτερογενούς θυματοποίησης και αντιμετωπίζεται αρνητικά και μειωτικά. Απαξιώνουν τους φόβους και τις ανάγκες του θύματος που έχει υποστεί έμφυλη βία και της οποίας η ζωή βρίσκεται σε κίνδυνο. Για ακόμη μια φορά η αδιάφορη στάση των αρχών συνέβαλε στο τραγικό τέλος της γυναίκας. Η πατριαρχία και η τοξική αρρενωπότητα διαιωνίζονται, αναπαράγοντας μια διαρκή καταπίεση εις βάρος των γυναικών καθώς οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους υπονομεύονται αν δεν συντηρούν το ανδροκρατούμενο σύστημα, ακόμα και όταν κινδυνεύει η ίδια τους η ζωή. Παράλληλα, παρατηρούμε ότι το φαινόμενο της «κουλτούρας της σιωπής» βρίσκεται στον πυρήνα της πατριαρχικής κοινωνίας και αποτελεί συνένοχο στην έμφυλη βία. Η κοινωνία φαίνεται να σιωπά μπροστά στα διαφορετικά περιστατικά κακοποιητικού χαρακτήρα που συμβαίνουν στον γυναικείο πληθυσμό, καθώς οι άνθρωποι τείνουν να συνδέουν την ελευθερία με την διατήρηση του υφιστάμενου κοινωνικοοικονομικού κατεστημένου. Τα άτομα λοιπόν, μαθαίνουν από νεαρή ηλικία να σιωπούν απέναντι σε κακοποιητικές πράξεις που έχουν ως στόχο την γυναίκα, όπως και η ίδια η γυναίκα μαθαίνει από την οικογένεια ή τους οικείους της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το συγγενικό, φιλικό και σε επίπεδο γειτονιάς περιβάλλον να γνωρίζει αυτές τις καταστάσεις αλλά να σιωπά. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα το περιβάλλον παρακινεί τις επιζήσασες να αποδέχονται και να υπομένουν βίαιες συμπεριφορές από τους συντρόφους/συζύγους τους. Δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι ο συζυγικός βιασμός αναγνωρίστηκε ως ποινικό αδίκημα στην Ελλάδα μόλις το 2006. Μέχρι τότε η γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να καταγγείλει και να αναφέρει τέτοια περιστατικά που λάμβαναν χώρα στον γάμο της. Με λίγα λόγια, σε πολλές περιπτώσεις γυναικών, οι απειλές του πρώην/νυν συζύγου/συντρόφου ή κακοποιητικές συμπεριφορές σεξιστικού περιεχομένου σπάνια καταγγέλλονται από κοντινούς, της επιζήσασας, ανθρώπους παρόλο που μπορεί να είναι ενήμεροι της κατάστασης. Ως φοιτητ(ρι)ες και εργαζόμενα στην Κοινωνική Εργασία, είναι χρέος μας να μην μένουμε πολιτικά ουδέτερα αλλά να τονίζουμε και να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των ατόμων και κοινοτήτων αναδεικνύοντας τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήματος σε πολιτική κλίμακα. Για το λόγο αυτό, διεκδικούμε την νομική αναγνώριση του όρου γυναικοκτονία που προσδίδει ορατότητα στις δολοφονίες γυναικών. Ακόμη, η συχνότητα του φαινομένου αναδεικνύει την αναγκαιότητα για επιμόρφωση σε ζητήματα φύλου μέσω των εκπαιδευτικών θεσμών ώστε να καταρρίπτονται τα έμφυλα στερεότυπα και οι σεξιστικές συμπεριφορές. Ως (εν δυνάμει) Κοινωνικές/οί Λειτουργοί στεκόμαστε δίπλα σε κάθε θύμα έμφυλης καταπίεσης και βρισκόμαστε ενάντια στις πατριαρχικές αντιλήψεις που θέλουν τη γυναίκα να θεωρείται “ιδιοκτησία” του κάθε άντρα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις